Με συντριπτική πλειοψηφία το ψήφισμα για την διεκδίση των γερμανικών οφειλών

Με ευρύτατη πλειοψηφία η Ολομέλεια του Κοινοβουλίου ενέκρινε, μετά από πρόταση του προέδρου του Σώματος Νίκου Βούτση, ψήφισμα με το οποίο η Βουλή «καλεί την ελληνική κυβέρνηση να προβεί σε όλες τις ενδεδειγμένες διπλωματικές και νομικές ενέργειες για τη διεκδίκηση και την πλήρη ικανοποίηση όλων των αξιώσεων του Ελληνικού Κράτους από τον Α΄ και Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο».

Κατά την ψηφοφορία που έγινε δια εγέρσεως, καταψήφισε μόνο η Χρυσή Αυγή. Οι νεοναζί έδειξαν νωρίτερα τον εκνευρισμό τους για τη συζήτηση.

Από την πλευρά τους, οι βουλευτές του ΚΚΕ δεν εγέρθησαν, με τον κοινοβουλευτικό τους εκπρόσωπο Θανάση Παφίλη να διευκρινίζει ότι το κόμμα του στηρίζει τη δική του πρόταση που κατέθεσε, σύμφωνα με την οποία «η κυβέρνηση έχει υποχρέωση να θέσει άμεσα, ευθέως και χωρίς περιστροφές προς το Γερμανικό Κράτος και κάθε αρμόδιο διεθνή οργανισμό τη διεκδίκηση-απαίτηση για το σύνολο των αποζημιώσεων και επανορθώσεων».

Η ιστορική συνεδρίαση της Βουλής διεξήχθη αρουσία μελών του Συμβουλίου Διεκδίκησης Αποζημιώσεων, εκπροσώπων των μαρτυρικών πόλεων, του Κεντρικού Ισραηλινού Συμβουλίου, αντιστασιακών οργανώσεων, πρώην βουλευτών, πρεσβευτικών αρχών της Γερμανίας.

(η ιστορική στιγμή της έγκρισης της πρότασης για τη «διεκδίκηση των γερμανικών οφειλών» στο Ελληνικό Κοινοβούλιο)

Άμεσα η ρηματική διακοίνωση προς τη γερμανική κυβέρνηση

Ο πρωθυπουργός, κατά την ομιλία του, ανακοίνωσε την απόφαση της κυβέρνησης να προχωρήσει άμεσα σε ρηματική διακοίνωση προς την γερμανική κυβέρνηση ως πρώτη από μία σειρά κινήσεων για την διεκδίκηση των γερμανικών επανορθώσεων και αποζημιώσεων, ανακοίνωσε ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας και διευκρίνισε ότι η διεκδίκηση των γερμανικών αποζημιώσεων αποτελεί πρωτίστως ιστορικό και ηθικό χρέος.

Το ελληνικό κράτος, σημείωσε ο πρωθυπουργός, δεν παραιτήθηκε ποτέ από τις αξιώσεις, τις δικές του και των πολιτών, και περιέγραψε τις επόμενες κινήσεις της κυβέρνησης μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας της Βουλής και επί τη βάσει του πορίσματος που εξέφρασε την ελπίδα να είναι ομόφωνο.

«Η ελληνική κυβέρνηση σκοπεύει άμεσα να απευθύνει ρηματική διακοίνωση στην κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, με την οποία θα επαναλαμβάνει τις απαράγραπτες αξιώσεις της που προκύπτουν από την ναζιστική εισβολή και κατοχή καθώς και από τα εγκλήματα πολέμου της ναζιστικής Γερμανίας” ανέφερε ο πρωθυπουργός και εξήγησε ότι οι απαράγραπτες αξιώσεις σύμφωνα και με το πόρισμα της Βουλής αφορούν:

– τις πολεμικές επανορθώσεις για τις υλικές καταστροφές και την διάλυση του παραγωγικού ιστού της χώρας

-τις αποζημιώσεις για τα θύματα και τους συγγενείς των θυμάτων εγκλημάτων πολέμου

– Την αποπληρωμή του κατοχικού δανείου

-Την επιστροφή των κλεμμένων αρχαιολογικών θησαυρών και κειμηλίων.

 Ν. Δένδιας: Ο πρωθυπουργός να μην προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια χωρίς την απόλυτα σύμφωνη γνώμη της αντιπολίτευσης

Να μην προβεί σε οποιαδήποτε βεβιασμένη κίνηση και σε οποιαδήποτε ενέργεια, σε σχέση με τη διεκδίκηση των γερμανικών οφειλών, αν δεν έχει την απόλυτα σύμφωνη γνώμη της αντιπολίτευσης, κάλεσε τον  Αλέξη Τσίπρα, ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της ΝΔ Νίκος Δένδιας. «Θα πρότεινα στον πρωθυπουργό μιας απερχόμενης κυβέρνησης, να μην προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια, αν δεν έχει την απόλυτα σύμφωνη γνώμη της αντιπολίτευσης», είπε ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της ΝΔ που ανέβηκε στο βήμα, αμέσως μετά την ομιλία του πρωθυπουργού και την δήλωσή του ότι η κυβέρνηση θα προχωρήσει άμεσα σε ρηματική διακοίνωση. «Είμαστε απολύτως έτοιμοι να συνεργαστούμε, να βοηθήσουμε, να υποστηρίξουμε, να σχεδιάσουμε μαζί και να υλοποιήσουμε μαζί, στο σχέδιο μιας εθνικής πολιτικής, τη διεκδίκηση αυτού που ο ελληνικός λαός, το ελληνικό έθνος και η ιστορία αυτού του λαού δικαιούται και επιβάλλει. Δεν πρέπει όμως να γίνουν βεβιασμένες κινήσεις στο πλαίσιο μιας προεκλογικής εκστρατείας επί τη βάσει άλλων και όχι εθνικών σκοπιμοτήτων» είπε ο Νίκος Δένδιας.

                                Οι ομιλίες των πολιτικών αρχηγών 

Ο εισηγητής του ΣΥΡΙΖΑ, Τριαντάφυλλος Μηταφίδης, από το βήμα της Ολομέλειας παρουσίασε το πόρισμα της Επιτροπής της Βουλής με το οποίο έγινε η εδραίωση και η αποτίμηση των γερμανικών οφειλών προς την Ελλάδα, οι οποίες παραμένουν απαράγραπτες και ενεργές κι – όπως τονίζεται – ουδέποτε η Ελλάδα αποποιήθηκε των αξιώσεών της.

Η αναπληρώτρια υπουργός Εξωτερικών, αρμόδια για την Ευρωπαϊκή Πολιτική, Σία Αναγνωστοπούλου, τόνισε ότι το πόρισμα της Διακομματικής Επιτροπής της Βουλής είναι συγκροτημένο και απολύτως τεκμηριωμένο και αποτελεί οδηγό για τη συγκρότηση μιας εθνικής πολιτικής. Η Ελλάδα έχει, σε όλα τα επίπεδα, όλα τα απαραίτητα όπλα για να γίνει αποδεκτό το αίτημά της για τις γερμανικές οφειλές που είναι ένα πρόβλημα ηθικό, πολιτικό και οικονομικό». Η κ. Αναγνωστοπούλου μίλησε για τεράστια δουλειά που έκανε η Βουλή, σημειώνοντας ότι αναδεικνύεται μέσα από το πόρισμα αυτό, και τόνισε ότι «αυτά είναι τα ισχυρά μας όπλα που πρέπει να αξιοποιήσουμε και όχι να κάνουμε στείρες αντιπαραθέσεις».

Από τις σημαντικές τοποθετήσεις και αυτή του υπουργού Δικαιοσύνης. Όπως υπογράμμισε ο κ. Καλογήρου, το πόρισμα αυτό αποτελεί όμως και ένα ενιαίο εργαλείο διεκδίκησης σε κοινή γραμμή για την ίδια την ελληνική κυβέρνηση, ασχολείται με τα τέσσερα μεγάλα ζητήματα: τις πολεμικές επανορθώσεις για τη διάλυση των υποδομών, το κατοχικό δάνειο, τις αποζημιώσεις των θυμάτων και τους αρχαιολογικούς θησαυρούς.

Παρότι ο υπουργός Δικαιοσύνης δέχθηκε ότι «μείναμε πίσω ως προς την επικαιροποίηση των απαραίτητων στοιχείων που αφορούν στα θύματα και τις ζημιές», παρατήρησε ότι «αυτός ο κομματικός διαγκωνισμός και ο αντιπολιτευτικός οίστρος δεν χωράει στη σημερινή συζήτηση και αξιολογείται».

Το σχέδιο του ψηφίσματος 

Ο πρόεδρος της Βουλής, Νίκος Βούτσης, παρουσίασε χτες στη Διάσκεψη των Προέδρων το σχέδιο του ψηφίσματος με το οποίο θα καλείται η ελληνική κυβέρνηση «να προβεί σε όλες τις ενδεδειγμένες διπλωματικές και νομικές ενέργειες για τη διεκδίκηση και την πλήρη ικανοποίηση όλων των αξιώσεων του Ελληνικού Κράτους από τον Α’ και Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο».

Με το ψήφισμα, η Βουλή θα δηλώνει ότι: 

– Το ζήτημα των οφειλών προς την Ελλάδα από τον Α’ και Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο παραμένει ανοιχτό ως απαράγραπτο χρέος που αναζητά επίμονα την ηθική, ιστορική και νομική του δικαίωση,

– Οι αξιώσεις του ελληνικού κράτους παραμένουν εκκρεμείς και ενεργές,

– Το Ελληνικό Κράτος, ουδέποτε και καθ’ οιονδήποτε τρόπο αποποιήθηκε των αξιώσεών του,

– Δεν τίθεται και δεν δύναται να τεθεί κανένα ζήτημα παραγραφής των αξιώσεων του Ελληνικού Κράτους.

Η διεκδίκηση συνίσταται κυρίως στο κατοχικό δάνειο, στις μαρτυρικές πόλεις και τα χωριά, στην καταστροφή και κλοπή της πολιτιστικής κληρονομιάς και στον λιμό.

«Το ζήτημα έχει πολλές πτυχές», ανέφερε ο πρόεδρος της Βουλής, Νίκος Βούτσης, και σημείωσε ότι η Βουλή, μετά το ψήφισμα, θα κινητοποιηθεί προκειμένου να ενημερώσει για τις αποφάσεις της το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τα Κοινοβούλια των κρατών – μελών. Σε κάθε περίπτωση, το πρώτο βήμα, κατά το Διεθνές Δίκαιο, είναι ότι η ελληνική κυβέρνηση θα προχωρήσει σε ρηματική διακοίνωση προς τη γερμανική κυβέρνηση.

Η αυριανή συζήτηση οπωσδήποτε θα φωτίσει έτι περαιτέρω ένα θέμα που έχει ανοίξει και θα ακολουθήσει συστηματική δουλειά για τη διεκδίκηση, είπε ο Νίκος Βούτσης και προσέθεσε ότι είναι μια σημαντική στιγμή για την ελληνική Βουλή. Υπογράμμισε, ακόμη, ότι έχει γίνει σαφές πως οι διεκδικήσεις είναι ενεργές όλα αυτά τα χρόνια, δεν ανεστάλησαν ποτέ και, μάλιστα, μέσα σε δύσκολους καιρούς, τα τελευταία χρόνια αυτό κατέστη σαφές σε όλες τις επαφές του Προέδρου της Δημοκρατίας, του πρωθυπουργού και του προέδρου της Βουλής κι έχει καταγραφεί ως απαίτηση.

Προσέθεσε, μάλιστα, ότι η καθυστέρηση από την έκδοση του πορίσματος πριν από δύο χρόνια μέχρι την αυριανή ιστορική συνεδρίαση οφείλεται στο ότι δεν ήθελε η Ελλάδα, σε καμία περίπτωση, μέσα στην κρίση και έως ότου λάβουν τέλος οι μνημονιακές υποχρεώσεις, να επιχειρηθούν συμψηφισμοί με τα χρέη της χώρας, στο πλαίσιο του προγράμματος.

«Είναι ηθική, πολιτική και ιστορική υποχρέωση, την οποία η Βουλή δεν μπορεί παρά να την εκπληρώσει», είπε ο κ. Βούτσης και επισήμανε ότι η Βουλή με το αυριανό της ψήφισμα δεσμεύει τη σημερινή αλλά και την εκάστοτε κυβέρνηση να προχωράει στα αναγκαία βήματα στο πλαίσιο της διεκδίκησης των γερμανικών οφειλών. Παράλληλα, εξέφρασε την ικανοποίησή του γιατί το ψήφισμα έτυχε ευρύτατης αποδοχής, καθώς στη Διάσκεψη των Προέδρων θετικά τοποθετήθηκαν η ΝΔ, το ΚΙΝΑΛ και η Ένωση Κεντρώων.

Απαράγραπτες οι αξιώσεις της Ελλάδας

Η Βουλή εγκρίνει ψήφισμα για τη διεκδίκηση των γερμανικών οφειλών και η απόφαση που θα λάβει, είναι ιστορικής σημασίας, καθώς θα προσδιορίζει τα πρώτα βήματα και θα δίνει το σήμα για την επίσημη έναρξη της διεκδίκησης. Οι αξιώσεις του ελληνικού κράτους παραμένουν ενεργές και εκκρεμείς, και όπως δήλωσε ο πρόεδρος της Βουλής Νίκος Βούτσης, η συζήτηση αυτή γίνεται, δύο χρόνια μετά την έκδοση του πορίσματος της διακομματικής επιτροπής, γιατί το διάστημα που μεσολάβησε, δηλαδή κατά τη μνημονιακή περίοδο, δεν έπρεπε να επιχειρηθεί κανένας συμψηφισμός με το χρέος της Ελλάδας στη Γερμανία στο πλαίσιο του προγράμματος Στήριξης.

«Η Ελλάδα ουδέποτε παραιτήθηκε από τις εν γένει αξιώσεις της από τη Γερμανία», αναφέρει το πόρισμα της διακομματικής κοινοβουλευτικής επιτροπής για τη διεκδίκηση των γερμανικών οφειλών, και στοιχειοθετεί το απαράγραπτο των ελληνικών αξιώσεων, με αναφορά σε ενέργειες που έγιναν τα προηγούμενα χρόνια.

Στο πόρισμα αναφέρεται ενδεικτικά:

«1945- Διάσκεψη των Γερμανικών Επανορθώσεων στο Παρίσι: Η Ελληνική Αντιπροσωπεία υπό τον Αθανάσιο Ι. Σμπαρούνη προέβαλε το πρώτον την αξίωσή της έναντι της Γερμανίας για την πληρωμή της αξίας των προκαταβολών μέσω της Τράπεζας της Ελλάδας.

1952-Διάσκεψη του Λονδίνου: Με επιστολή προς τον Γραμματέα της Διάσκεψης ετέθη εκ νέου θέμα επιστροφής του “Κατοχικού Δανείου”.

1966-υπ. αρ. ΦΔΓ 30-63/9-11-1966 Ρηματική Διακοίνωση με την οποία η ελληνική κυβέρνηση εξέθεσε τα στοιχεία, από τα οποία προέκυπτε ότι “οι πληροφορίες της γερμανικής ομοσπονδιακής κυβέρνησης περί παραιτήσεως της Ελλάδας από τις αξιώσεις της από το “Κατοχικό Δάνειο” δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα”. Η γερμανική ομοσπονδιακή κυβέρνηση με την υπ. αρ. 68/67/31-3-1967 Ρηματική Διακοίνωση της απάντησε ότι “ουδέποτε συνήγαγε… ότι η Ελληνική Κυβέρνηση προτίθεται να παραιτηθεί επισήμως από νομικά θεμελιωμένες αξιώσεις που πιστεύει ότι έχει από την περίοδο της κατοχής κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο”. Αρνήθηκε πάντως, να τις εξετάσει επικαλούμενη το άρθρο 5 παρ. 2 της Συνθήκης του Λονδίνου για τη ρύθμιση των γερμανικών χρεών.

1995-Ρηματική Διακοίνωση του Έλληνα πρέσβη στη Βόννη Θωμά Υψηλάντη, με την οποία η ελληνική κυβέρνηση, αφού εξέθεσε ότι δεν έχει παραιτηθεί των αξιώσεων της για αποζημιώσεις και επανορθώσεις και ότι έχουν πλέον ωριμάσει οι συνθήκες για την αντιμετώπιση του προβλήματος και για εξεύρεση αμοιβαία αποδεκτής λύσης, εζήτησε την έναρξη διαπραγματεύσεων για τη ρύθμιση του “Κατοχικού Δανείου”. Η γερμανική ομοσπονδιακή κυβέρνηση δεν απάντησε με Ρηματική Διακοίνωση, αλλά με ανακοίνωση Τύπου του υφυπουργού Εξωτερικών, αναφέροντας ότι δεν είναι δυνατόν η Ελλάδα να προσδοκά ότι η Γερμανία θα προσέλθει σε συνομιλίες για το θέμα αυτό.

1944-Υπηρεσιακή έκθεση Ι. Λαμπρούκου, τμηματάρχη του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους.

1946-Υπηρεσιακή έκθεση Αθανασίου Ι. Σμπαρούνη, εκπροσώπου της Ελλάδας στη Διάσκεψη των Γερμανικών Επανορθώσεων στο Παρίσι.

1963-Απόρρητη Υπηρεσιακή Έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος».

Πέραν των προαναφερομένων, η διακομματική επιτροπή για τη διεκδίκηση των γερμανικών οφειλών στο πόρισμα της, και στο κεφάλαιο για τη νομική τεκμηρίωση των διεκδικήσεων, τονίζει ότι «αναγκαίο όρο για τη νομική τεκμηρίωση του όλου ζητήματος αποτελεί το πόρισμα της ομάδας εργασίας του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους του 2014 και η έκθεση της Ειδικής Επιτροπής του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους του 2014. Εκ προοιμίου δε τονίζεται, στο πόρισμα της διακομματικής επιτροπής της Βουλής, ότι η διεκδίκηση αφορά απαιτήσεις και από τους δύο Παγκοσμίους Πολέμους (Α΄και Β΄).

Ιδίως για τις συνέπειες του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου οι αξιώσεις της Ελλάδας αφορούν στις πολεμικές αποζημιώσεις για τις υλικές καταστροφές και διαρπαγές στις μαρτυρικές πόλεις, στην αποπληρωμή του κατοχικού δανείου, στον λιμό και στην επιστροφή των αρχαιολογικών θησαυρών και εκκλησιαστικών κειμηλίων».