Ερώτηση Δημ. Παπαδημούλη σε Κομισιόν για την προστασία των δανειοληπτών στην ΕΕ, που έχουν λάβει κατά το παρελθόν στεγαστικά δάνεια σε ελβετικό φράγκο.

“Nα ενθαρρύνει η Κομισιόν την αναζήτηση εθνικών λύσεων για την περαίωση της μακροχρόνιας εκκρεμότητας των συγκεκριμένων δανείων”.

 

Ερώτηση προς την Κομισιόν κατέθεσε ο Αντιπρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Επικεφαλής της Ευρωομάδας του ΣΥΡΙΖΑ Δημήτρης Παπαδημούλης, αναφορικά με την προστασία των δανειοληπτών στην ΕΕ, που έχουν λάβει κατά το παρελθόν στεγαστικά δάνεια σε ελβετικό φράγκο.

 

Παρά τις αρχικές προβλέψεις της Κομισιόν, αλλά και τον καθυστερημένο εντοπισμό του προβλήματος από την ίδια, την τελευταίο περίοδο έχει παρατηρηθεί σημαντική ανατίμηση του ελβετικού φράγκου έναντι του ευρώ, με αποτέλεσμα οι συγκεκριμένοι δανειολήπτες να βρίσκονται σε διαρκή και επώδυνη αβεβαιότητα με αρνητικές επιπτώσεις στην ποιότητα της ζωής τους.

 

Με δεδομένο ότι οι διαφορές μεταξύ δανειοληπτών και τραπεζών επιλύονται από τα εθνικά δικαστήρια, ο κ. Παπαδημούλης ρωτάει την Κομισιόν κατά πόσο “ενθαρρύνει τη θεσμοθέτηση εθνικών λύσεων για την περαίωση της μακροχρόνιας εκκρεμότητας των συγκεκριμένων δανείων, με γνώμονα την ενιαία και ολιστική αντιμετώπιση τραπεζών και δανειοληπτών στα πλαίσια της Τραπεζικής Ένωσης”.

 

Ακολουθεί η πλήρης ερώτηση προς την Επιτροπή:

Εκατοντάδες χιλιάδες δανειολήπτες στην ΕΕ, που έλαβαν στεγαστικά δάνεια σε ελβετικό φράγκο, βρέθηκαν σε δυσχερή θέση εξαιτίας της πολύ σημαντικής ανατίμησής του έναντι του ευρώ.  Κατά συνέπεια, οι συγκεκριμένοι δανειολήπτες βρίσκονται σε διαρκή και επώδυνη αβεβαιότητα με αρνητικές επιπτώσεις στην ποιότητα ζωής τους.

 

Η κατάσταση διαμορφώθηκε ως αποτέλεσμα πρώτον, του σχετικά καθυστερημένου εντοπισμού του προβλήματος από την Επιτροπή, η οποία μόλις το 2014 εισήγαγε σχετικές ρυθμίσεις, με προθεσμία ενσωμάτωσης στην εθνική νομοθεσία των κρατών-μελών ως τον Μάρτιο 2016, δεύτερον, της συντηρητικής πρόβλεψης νομισματικής διακύμανσης κατά ποσοστό ίσο ή μεγαλύτερο του 20% και τρίτον, της μη πρόβλεψης αναδρομικής ισχύος της Οδηγίας 2014/17/ΕΕ.

 

Οι διαφορές μεταξύ δανειοληπτών και τραπεζών επιλύονται από τα εθνικά δικαστήρια, (βλ. σχετική υπ’ αριθμόν 441/2017 απόφαση Γαλλικού Αρείου Πάγου) μέσω μακράς, περίπλοκης και δαπανηρής δικαστικής διαμάχης, με αποτέλεσμα τη διαφορετική  αντιμετώπιση του θέματος μεταξύ των δικαστικών αρχών διαφορετικών χωρών, αλλά και εντός της ίδιας χώρας. Το στοιχείο αυτό επιτείνει την αβεβαιότητα των δανειοληπτών.

 

Δεδομένης της απουσίας κοινής ευρωπαϊκής πολιτικής, ερωτάται η Επιτροπή:

 

– Ενθαρρύνει τη θεσμοθέτηση εθνικών λύσεων  για την περαίωση της μακροχρόνιας εκκρεμότητας των συγκεκριμένων δανείων, με γνώμονα την ενιαία και ολιστική αντιμετώπιση τραπεζών και δανειοληπτών στα πλαίσια της Τραπεζικής Ένωσης;

 

https://bit.ly/2vp5fzJ