ΕΚΦΑΝΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΕΞΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΖΩΗ.Γράφει η Βουλευτής ΣΥ.ΡΙ.ΖΑ Ν. ΣΕΡΡΩΝ ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΣΤΑΜΠΟΥΛΗ

ΕΚΦΑΝΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΕΞΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΖΩΗ
Ο αποκλεισμός των γυναικών από το δημόσιο βίο υπήρξε καθεστώς για αιώνες και δεδομένη η αντιμετώπιση όποιας γυναίκας τολμούσε να αμφισβητήσει τον κανόνα. Ως συμμετοχή στην πολιτική ζωή θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν δραστηριότητες γυναικών από τις απαρχές ακόμα της ίδρυσης του ελληνικού κράτους, κυρίως με τη διατήρηση πολιτικών «σαλονιών» όπου μπορούσαν να ζυμώνονται απόψεις και να δρομολογούνται εξελίξεις.
Πάντα βέβαια επρόκειτο για μέλη οικογενειών σημαντικών ανδρών πολιτικών και άρα ανήκαν στα ψηλότερα στρώματα της κοινωνίας με χαρακτηριστικό παράδειγμα την Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου, κόρη φιλικού και σύζυγο γερουσιαστή, που καταγράφηκε στην ιστορία ως η γυναίκα που έριξε τον Όθωνα. Καμία από αυτές τις γυναίκες δεν τόλμησε να ξεφύγει από τον παραδεδεγμένο ρόλο, προφανώς συναισθανόμενες ότι η προειδοποίηση «Όταν η όρνιθα αρχίσει να λαλεί ως πετεινός, σφάξε την» αφορούσε και τις ίδιες.
Αργότερα με την ανάπτυξη του εργατικού κινήματος υπήρξε ένταξη γυναικών της εργατικής τάξης και συμμετοχή στους διεκδικητικούς αγώνες, όμως και στην περίπτωση αυτή το φαινόμενο δεν έπαψε να είναι μειοψηφικό, εν όσω, στερούμενες του δικαιώματος του εκλέγειν και εκλέγεσθαι οι γυναίκες ήταν στην ουσία αποκλεισμένες από την κεντρική πολιτική σκηνή.
Στη δεκαετία του ’20 άρχισε η διεκδίκηση του δικαιώματος στην ψήφο. Για το πώς αντιμετωπίσθηκε από τον αστικό τύπο αλλά και – παραδόξως – από τον κομμουνιστικό τύπο μιας συγκεκριμένης περιόδου μας μιλούν κείμενα της εποχής, που σήμερα προκαλούν ανάμεικτα αισθήματα θλίψης και θυμηδίας. Ωστόσο, επειδή τίποτε δεν πάει χαμένο, η καχεκτική ελληνική δημοκρατία του μεσοπολέμου, ταλαιπωρημένη από δικτατορίες και κινήματα, επέτρεψε να ψηφίσουν οι γυναίκες στις δημοτικές εκλογές του 1934. Όμως οι όροι που απαιτούνταν – ηλικία πάνω από 30 και εγγράμματες – είχαν ως αποτέλεσμα να επωφεληθούν από το «προνόμιο» μόνο μερικές εκατοντάδες γυναικών.
Η κοσμογονία που επέφερε στην ελληνική κοινωνία η αντίσταση στη ναζιστική κατοχή, κατά συντριπτική πλειοψηφία μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ, εκφράστηκε και στο πεδίο των πολιτικών δικαιωμάτων των γυναικών: Στις εκλογές του 1944 για την ανάδειξη προσωρινής κυβέρνησης οι γυναίκες συμμετείχαν πλήρως έστω και αν εκλέχθηκαν μόνο 6 αντιπρόσωποι στους 202. Το 1952 δόθηκε οριστικά το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι με αφορμή την πλήρωση μίας έδρας στη Θες/νίκη και ασκήθηκε σε ολόκληρη τη χώρα στις εκλογές του 1956. Εξήντα δύο χρόνια αργότερα, και γνωρίζοντας ότι η συμμετοχή στα κέντρα λήψης αποφάσεων είναι ένας σημαντικός δείκτης ισότητας, πρέπει να επισημάνουμε ότι στη σημερινή ελληνική Βουλή το ποσοστό των γυναικών βρίσκεται στο 18,1% (56 βουλεύτριες), μετά το ελπιδοφόρο 23,3% (70 βουλεύτριες) του Ιανουαρίου του 2015.
Ύστερα από μια σταθερά αυξητική τάση του αριθμού των εκλεγόμενων γυναικών από τις εκλογές του ‘90 και μετά, με σταυρό προτίμησης στην συντριπτική πλειοψηφία, και με μονίμως υψηλότερα από το μέσο όρο ποσοστά γυναικών στην αριστερά, τάση η οποία ενισχύθηκε αισθητά με την καθιέρωση της κατά φύλο ποσόστωσης 33% ανά την επικράτεια για κάθε συνδυασμό, παρατηρήθηκε για πρώτη φορά μείωση αυτού του αριθμού, όταν οι εκλογές πραγματοποιήθηκαν με λίστα υποψηφίων των οποίων τη σειρά εκλογής διαμόρφωσε η ηγεσία των κομμάτων τους.
Ειδικά στις λίστες του ΣΥΡΙΖΑ, όπου συμπληρώθηκαν κενά λόγω αποχωρήσεων, οι γυναίκες δεν αντικαταστάθηκαν από γυναίκες, επηρεάζοντας καθοριστικά την πτώση του ποσοστού των γυναικών που εκλέχθηκαν. Επίσης, παρά τις παρεμβάσεις των γυναικείων οργανώσεων, η πρόβλεψη του επικείμενου εκλογικού νόμου είναι να φτάσει η κατά φύλο ποσόστωση των υποψηφίων πάντα, στο 40% αλλά όχι στο 50%. Οι αναλογίες επιδεινώνονται στην κορυφή της πυραμίδας και όπου η εκλογή δεν είναι άμεση: Στην Κυβέρνηση συμμετέχουν 4 γυναίκες στους 20 Υπουργούς, 1 Αναπληρώτρια Υπουργός στους 7 και 3 υφυπουργοί στους 14. Στους ΟΤΑ εκλέχθηκαν μόνο 2 μόνο περιφερειάρχισσες στις 13 περιφέρειες και μόνο 15 δημάρχισσες στους 325 δήμους.
Στην Βουλή, που παραμένει «των Ελλήνων», στο χώρο όπου κατ’ εξοχήν γίνονται σεβαστές οι συνταγματικές αρχές όπως αυτή της ισότητας, οι γυναίκες παραμένουν αόρατες για τον ίδιο της τον κανονισμό: δεν υπάρχουν ούτε βουλεύτριες, ούτε ομιλήτριες, ούτε ειδικές αγορήτριες, ούτε ψηφολέκτριες, ούτε καν ακροάτριες στα θεωρεία. Μένει να διαπιστωθεί, αν μετά από όσα συνέβησαν το Δεκέμβριο του 2014, έχουν τουλάχιστον το δικαίωμα να ψηφίζουν «παρούσα» και όχι «παρών» χωρίς να επικρίνονται για τις γραμματικές τους γνώσεις! Οι δύο μόνο γυναίκες πρόεδροι που υπήρξαν στην ιστορία του θεσμού, δέχτηκαν πολύ περισσότερες επιθέσεις για την εμφάνισή τους παρά για τις απόψεις τους, ενώ στη δεύτερη εξαντλήθηκε από κάθε πλευρά το απόθεμα κακοήθειας που μπορεί να αφορά την προσωπική και κοινωνική ζωή ενός ανθρώπου. Στις μέρες μας η μοναδική από τα 7 μέλη του προεδρείου, που είναι γυναίκα, η Γ’ αντιπρόεδρος, αφού στοχοποιήθηκε άγρια κατά το διάστημα που ήταν αναπληρώτρια Υπουργός Μεταναστευτικής Πολιτικής, έπεσε θύμα ελεεινού σεξιστικού σχολίου που έθιγε συνολικά την προσωπικότητά της με αφορμή όχι πολιτική πράξη αλλά ευτυχές οικογενειακό γεγονός!
Μία μόνο γυναίκα (η επόμενη ομιλήτρια) είναι πρόεδρος σε Διαρκή Επιτροπή από τις 6 και μόνο 4 σε Ειδικές Μόνιμες επιτροπές από τις 14. Οι προσωπικές προσβολές σεξιστικού περιεχομένου προς βουλεύτριες, με αναφορά από την εμφάνιση μέχρι και οποιαδήποτε άλλη πραγματική ή υποθετική ιδιότητά τους, είναι αισθητά περιορισμένες σε σχέση με την τριετία 2012-2014, όταν οι γυναίκες της αριστεράς, υποβοηθούσας της κρίσης των κυβερνητικών κομμάτων, αναδείχτηκαν στο βουλευτικό αξίωμα σε αριθμούς που ξεπερνούσαν την ανοχή των συναδέλφων τους, του πρώην δικομματισμού. Ωστόσο και στις μέρες μας δεν λείπουν σεξιστικές αναφορές από και προς γυναίκες και άνδρες, ατομικά ή συλλογικά. Από το «Έχουμε μια αντιπολίτευση η οποία είναι γεροντοκόρη κακιά και ψεύτρα» μέχρι την έκκληση σε «σε αντρίκια στάση» εκτοξευόμενη ακόμα και από βουλεύτρια.
Η ακόμα συχνότερα εκτοξευόμενη παρότρυνση να αποδείξει κάποιος βουλευτής ότι «φοράει παντελόνια» με σαφή υπαινιγμό στο περιεχόμενό τους, αποτελεί μια ιδιόμορφη παγίδα, διότι το να διαμαρτυρηθεί ο ενδιαφερόμενος τον εκθέτει επίσης: δηλώνει ότι το θεωρεί προσβλητικό να παρομοιάζεται με γυναίκα. Από την άλλη οι βουλεύτριες που είναι παρούσες δεν έχουν δικαίωμα να ζητήσουν το λόγο επί του προσωπικού, διότι κανείς δεν έθιξε προσωπικά κάποια από αυτές! Μέχρι στιγμής μόνο ο Ευκλείδης Τσακαλώτος με ένα συνδυασμό ευαισθησίας και ευστροφίας έδωσε μια απάντηση με την οποία όχι απλώς ξέφυγε ο ίδιος, αλλά ουσιαστικά αποδόμησε την παγίδα, υπενθυμίζοντας ότι: «η Αριστερά οραματίζεται μια κοινωνία που τόσο στα λόγια όσο και στην πράξη ό,τι είναι αρσενικό δεν θα είναι απαραίτητα καλό και ό,τι είναι θηλυκό δεν θα είναι απαραίτητα κακό». Γενικότερα η αυξημένη ετοιμότητα και ο αυξανόμενος αριθμός μελών του κοινοβουλίου και του Προεδρείου που αντιδρούν στις σεξιστικές αναφορές δημιουργεί ελπίδες για τον περιορισμό του φαινομένου.
Θα είχε ενδιαφέρον μια στατιστική τεκμηρίωση της αντιμετώπισης που έχουν οι βουλεύτριες σε θέματα για τα οποία ο κανονισμός αφήνει περιθώρια χειρισμού στον προεδρεύοντα, όπως είναι η παράταση του χρόνου ομιλίας και η λήψη του λόγου επί προσωπικού θέματος. Η εμπειρία πάντως λέει ότι η διάκριση σε βάρος των γυναικών είναι σαφέστατη και μετρήσιμη. Το γεγονός ότι δεν υπάρχουν αναφορές για περιστατικά σεξουαλικής παρενόχλησης ή και βίας στο χώρο του κοινοβουλίου, συμπεριλαμβάνοντας και τις εργαζόμενες, ενώ γνωρίζουμε από τις παρεμβάσεις την Κωνσταντίνας Κούνεβα την έκταση που έχει το φαινόμενο και τις συζητήσεις που έχει προκαλέσει στο Ευρωκοινοβούλιο, θα έπρεπε να μας προβληματίζει: δεν συμβαίνουν ή καμία δεν τολμάει να τα καταγγείλει; Δεδομένου ότι δεν υπάρχει καν γραφείο ισότητας στη Βουλή, κάθε τέτοιου είδους διεκδίκηση των γυναικών υπαλλήλων της αντιμετωπίζει την έλλειψη άμεσου αποδέκτη.
Όσον αφορά στο εκλογικό σώμα, αξιοσημείωτη είναι η μεταχείριση των γυναικών ως εκλογέων: το μοναδικό συνήθως φυλλάδιο της συντριπτικής πλειοψηφίας των σχηματισμών, που απευθύνεται στις γυναίκες, εντελώς στερεοτυπικά αναφέρεται στη μητρότητα, σε σχέση με τα εργασιακά μερικές φορές, και πιθανόν στην αναγκαιότητα για περισσότερους παιδικούς σταθμούς. Το 2015 το Ποτάμι, θέλοντας να πρωτοτυπήσει, άφησε εποχή με την κοπέλα που «θα ήταν η πρώτη της φορά» και την ώριμη κυρία που «είχε πολύ καιρό να το κάνει» στα προεκλογικά του σποτ.
Εντυπωσιακή είναι η υποεκπροσώπηση των γυναικών στο συνδικαλιστικό κίνημα και κυρίως στα εκλεγμένα του όργανα. Τρεις μόνο γυναίκες στα 45 μέλη του συμβουλίου της ΓΣΕΕ, 1 στα 11 μέλη του ΚΣ της ΟΛΜΕ, 2 στα 11 μέλη του ΚΣ της ΔΟΕ, για να αναφερθούμε ενδεικτικά στον κατεξοχήν γυναικείο κλάδο των εκπαιδευτικών. Εδώ ίσως είναι χρήσιμη η συσχέτιση που κάνει το EIGE ανάμεσα στον ελεύθερο χρόνο που διαθέτουν οι γυναίκες (ο οποίος προϋποθέτει ισότιμη κατά φύλο κατανομή των μη αμειβόμενων οικιακών εργασιών και της φροντίδας, στην οποία η Ελλάδα κατέχει την τελευταία θέση στην ΕΕ) και στη συμμετοχή τους στη συνδικαλιστική δράση.
Αντίστοιχο είναι το έλλειμμα συμμετοχής γυναικών στα κόμματα και εκπροσώπησης στα ανώτερα όργανά τους, εφόσον μάλιστα δεν προβλέπεται κατά φύλο ποσόστωση, και, ακόμη χειρότερα, εφόσον έχουν γίνει αποδεκτοί άλλοι μηχανισμοί ανάδειξης. Το φαινόμενο, παρά τις διακηρυγμένες προθέσεις τους, δεν κατόρθωσαν να το εξαλείψουν ούτε τα κόμματα της αριστεράς , διότι προφανώς ούτε και ανάμεσα στα μέλη τους δεν έχει ξεπεραστεί το στερεότυπο της ανάληψης των μη αμειβόμενων οικιακών εργασιών και της φροντίδας από τις γυναίκες. Στο επιχείρημα της πιθανής έλλειψης γυναικείων υποψηφιοτήτων απαντά η απόφαση της Νεολαίας ΣΥΡΙΖΑ να αφήνονται κενές οι αντίστοιχες θέσεις αφού ληφθεί υπόψη η αναλογία των φύλων στο σώμα.
Ο σεξισμός και οι έμφυλες διακρίσεις ενδημούν στην πολιτική ζωή, παρά την εξ ορισμού αντιπαλότητα της αριστεράς, η οποία, παρά τις διακηρυγμένες προθέσεις της, δεν έχει πετύχει ακόμη την εξαφάνισή τους, έστω και από τις τάξεις της. Η ετοιμότητα των γυναικών να διεκδικήσουν ανυποχώρητα την ισότιμη συμμετοχή τους στο δημόσιο βίο, όπως και κάθε άλλο τους δικαίωμα, από όποια θέση, προνομιακή ή όχι και αν βρίσκονται και απέναντι σε κάθε αμφισβήτηση, από όπου κι αν προέρχεται, είναι η μόνη εγγύηση για ένα μέλλον χωρίς ανισότητες και διακρίσεις.