Ελσίνκι ’52: «Με το λεωφορείο πίσω από το δρομέα – θρύλο Εμίλ Ζάτοπεκ»  

Ο βετεράνος αθλητικογράφος, 94 χρονών σήμερα, Χάρης Λυμπερόπουλος, θυμάται στιγμές κι αθλητές που σημάδεψαν την…
ιστορία των Ολυμπιακών Αγώνων του 20ου αι.

Αν κάποιος αθλητής άφησε το αποτύπωμά του – όχι μόνο στους Ολυμπιακούς του Ελσίνκι του 1952 αλλά και – στην ιστορία του παγκόσμιου αθλητισμού ως ο μεγαλύτερος δρομέας μεγάλων αποστάσεων – είναι ο Εμίλ Ζάτοπεκ. Ο Τσέχος υπεραθλητής που στο πήρε το χρυσό μετάλλιο καταρρίπτοντας Ολυμπιακά ρεκόρ στα 5.000 και στα 10.000 μέτρα, ενώ βγήκε πρώτος και στο μαραθώνιο στους ίδιους Ολυμπιακούς Αγώνες, έτρεχε κάνοντας τρομερούς μορφασμούς και βογγώντας σαν να υπέφερε προκαλώντας αληθινό σοκ κι αγωνία σ’ όσους τύχαινε να βρίσκονται δίπλα του.

Ο άνθρωπος που έγινε εθνικός ήρωας της χώρας του, που καθάριζε δρόμους για να ζήσει, που λατρεύτηκε ακόμα περισσότερο από τους συμπατριώτες του όταν άσκησε κριτική για την έφοδο των Σοβιετικών στη χώρα το 1968 και το καθεστώς τον απομάκρυνε από το στρατό «έτρεχε σαν να υπέφερε, έτοιμος να καταρρεύσει, σαν τρελός», θυμάται ο Χάρης Λυμπερόπουλος.

Τριάντα χρόνων τότε, νεαρός ανταποκριτής της «Αθηναΐκής», ο 94χρονος σήμερα Χάρης Λυμπερόπουλος – πέντε φορές Πανελληνιονίκης στο άλμα εις μήκος και στο δέκαθλο και μετέπειτα αθλητικός συντάκτης που κάλυψε, μεταξύ άλλων, 6 Ολυμπιακούς Αγώνες, ενώ το 1965 παρουσίασε για πρώτη φορά τετρασέλιδο αθλητικό ένθετο μέσα στην πολιτική εφημερίδα «Απογευματινή» – θυμάται εντονότερα από κάθε τι άλλο στο Ελσίνκι τον Εμίλ Ζάτοπεκ να έχει ήδη καταρρίψει το ολυμπιακό ρεκόρ στα 5.000 και στα 10.000 μέτρα και να δηλώνει συμμετοχή στον μαραθώνιο. « Ήταν η πρώτη συμμετοχή του», θυμάται.

«Οι δημοσιογράφοι ζητήσαμε να μπούμε σε ένα λεωφορείο και να παρακολουθήσουμε αυτό το ζωντανό θαύμα που μετά από δυο Ολυμπιακά ρεκόρ πήγαινε για τρίτο. Είμασταν σίγουροι ότι δεν υπήρχε περίπτωση να τα καταφέρει. Πως θα μπορούσε να “βγάλει” τον μαραθώνιο ένας άνθρωπος που ήταν ήδη καταπονημένος από την υπερπροσπάθεια μετά από δυο αγώνες μεγάλων αποστάσεων, που έδειχνε τρομερή δυσκολία ήδη από πρώτα χιλιόμετρα του μαραθωνίου, κι έτσι όπως έτρεχε βογγώντας και μορφάζοντας νομίζαμε ότι θα πέσει κάτω κάνοντας τρομερούς μορφασμούς πόνου;», θυμάται. «Ο θρύλος λέει ότι λίγο πριν τα μισά της διαδρομής έφτασε το φαβορί, τον Βρετανό Τζιμ Πίτερς. Τον ρώτησε σε άψογα αγγλικά (καθ’ ότι ο Ζάτοπεκ μιλούσε εννιά γλώσσες για να μπορεί να επικοινωνεί με τους συναθλητές του): “Τζιμ, είναι γρήγορος ο ρυθμός;”. “Όχι” του απάντησε ο Πίτερς. Έτσι ο Ζάτοπεκ άλλαξε προς το γρηγορότερο το ρυθμό του, ο Πϊτερς δεν κατάφερε να τον ακολουθήσει, τον έπιασαν κράμπες κι εγκατέλειψε».

Ο κόσμος όλος δεν πίστευε στα μάτια του. «Ο Ζάτοπεκ τερμάτισε πρώτος στο μαραθώνιο κι έγινε εθνικός ήρωας της χώρας του», μας λέει ο Χάρης Λυμπερόπουλος. Σύμφωνα με τα λεγόμενά του, ο απίστευτος, αυτός Τσέχος αθλητής ήταν κι ένας μοναδικός άνθρωπος, που υπήρξε σ’ όλη του τη ζωή πρεσβευτής του fair play.

Εμίλ Ζάτοπεκ
Εμίλ Ζάτοπεκ: Ο άνθρωπος – «ατμομηχανή». Ο γιος του φτωχού ξυλουργού που έγινε ο καλύτερος δρομέας μεγάλων αποστάσεων

Ο Εμίλ Ζάτοπεκ γεννήθηκε στις 19 Σεπτεμβρίου του 1922 στην πόλη Κοπρίβνιτσε στη Βόρεια Μοραβία, το έβδομο από τα οκτώ παιδιά ενός ξυλουργού και μιας νοικοκυράς. Έφυγε από το σπίτι για να κερδίσει τη ζωή του στα 16 και στα 18 έπιασε δουλειά σε εργοστάσιο παπουτσιών. Ξεκίνησε να τρέχει με το ζόρι. Συνέχισε γιατί εβγαινε συνέχεια δεύτερος. Ήθελε να νικήσει.

Όταν πήγε στο στρατό, εκεί ξεκίνησε να σχηματίζεται ο σπουδαίος αθλητής που έγινε στη συνέχεια. Τον πρώτο χρόνο προπονούνταν τη νύχτα, έτρεχε φορώντας τις αρβίλες του και με ένα φακό στο χέρι. Με βάρη περασμένα στα πόδια του, έκανε ποδήλατο επί ώρες. Έτρεχε όσο περισσότερο μπορούσε, κρατώντας την αναπνοή του. Συνήθιζε να χάνει τις αισθήσεις του.

΄Ηδη από τους Ολυμπιακοιύς Αγώνες του Λονδίνου πρωτοανέβηκε σε βάθρο κερδίζοντας χρυσό μετάλλιο στα 10.000 μέτρα και αργυρό στα 5.000, αλλά το … τριπλό κατόρθωμά του στο Ελσίνκι ξεπέρασε τον μύθο του, τον αγαπημένο αθλητή του, τον Φινλανδό Πάαβο Νούρμι (σ.σ. 12 μετάλλια σε τρεις Ολυμπιακούς Αγώνες μέχρι το 1928).

Κατέρριψε 18 παγκόσμια ρεκόρ σε μια καριέρα που κράτησε 17 χρόνια. Έσπασε το φράγμα των 29 λεπτών στα 10.000 μέτρα κι αποφάσισε να χαρίσει στον Αυστραλό δρομέα Ρον Κλαρκ το χρυσό του μετάλλιο από το Ελσίνκι διότι ο τελευταίος δεν κατάφερε να πάρει Ολυμπιακό μετάλλιο.

Ο ίδιος, άνθρωπος με εξαιρετικό χιούμορ, έλεγε για το αγωνιστικό… στυλ που δεν είχε: «Δεν είμαι αρκετά ταλαντούχος για να τρέχω και να χαμογελάω ταυτόχρονα».

Τα καλοχτενισμένα του μαλλιά με άφθονη δόση μπριγιαντίνης του χάριζαν ένα ιδιαίτερο στυλ.

Εμίλ Ζάτοπεκ, Ντάνα, ΄Ινγκροβα.
Γεννήθηκαν την ίδια μέρα και έγιναν Χρυσοί Ολυμπιονίκες στους ίδιους αγώνες με τη γυναίκα του

Το 1948 άρχισε να φλερτάρει την πρωταθλήτρια του ακοντισμού, Ντάνα Ίνγκροβα. Βιαστικός όπως πάντα της έκανε πρόταση γάμου κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων και πήγε για να αγοράσει βέρες. Τον Οκτώβριο εκείνης της χρονιάς παντρεύτηκαν στην Πράγα.

Το 1952 εκτός από τα γενέθλια τους (γεννημένοι και οι δύο στις 19 Σεπτεμβρίου) μοιράστηκαν μαζί μια ανεπανάληπτη στιγμή. Η Ντάνα Ζατόπκοβα, πλέον, κατέκτησε το χρυσό μετάλλιο στο ακοντισμό και ο σύζυγος της το χρυσό στα 5.000μ.! Στην απονομή η Ντάνα φορούσε το δαχτυλίδι του γάμου της, φτιαγμένο από τις βέρες που είχε αγοράσει τέσσερα χρόνια νωρίτερα η «ατμομηχανή» στο Πικαντίλι. ΄Εμειναν μαζί μια ζωή.

Συνταξιοδοτήθηκε στα 60 του χρόνια. Είχε σταματήσει να τρέχει, αφού αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας. Ταξίδεψε σε ολόκληρο τον κόσμο και το 1975 του απονεμήθηκε το βραβείο «Πιέρ ντε Κουμπερτέν» διότι εκτός από Αθλητής υπήρκε και μεγάλος ΄Ανθρωπος

Το 1968 ήρθε σε ρήξη με το Κομμουνιστικό κόμμα όταν διαφώνησε δημοσίως για τη σοβιετική κυριαρχία στην Τσεχοσλοβακία. Ο κόσμος τον αγάπησε ακόμα περισσότερο. Το καθεστώς τον δέχθηκε πίσω και εργάστηκε στο υπουργείο αθλητισμού.

Άφησε την τελευταία τουπνοή σε ένα στρατιωτικό νοσοκομείο της Πράγας με σπασμένο γοφό, πνευμονία και κατάθλιψη στις 21 Νοεμβρίου του 2000. ΄Ηταν 78 ετών. «΄Ολοι πεθαίνουμε σήμερα από λίγο», έγραψε ο διεθνής τύπος.

Στην επέτειο του θανάτου του άντρα της, η Ντάνα Ζατόπκοβα, δεν είναι ποτέ μόνη. Έρχονται φίλοι και της κάνουν παρέα στο μικρό διάρι που ζει, καθώς το ζευγάρι των Ολυμπιονικών δεν απέκτησε ποτέ παιδιά. Οι φωτογραφίες του «Τόπεκ», όπως τον αποκαλεί, βρίσκονται στο χολ και οι στάχτες του σε ένα μπλε βάζο επάνω στο τζάκι.

«Όταν οι φίλοι μας έρχονται επίσκεψη, παίρνουμε το βάζο κοντά μας, βάζουμε δίπλα και ένα ποτήρι κρασί και του μιλάμε σαν να βρίσκεται εδώ μαζί μας», είχε δηλώσει σε συνέντευξη της το 2012.

Εμίλ Ζάτοπεκ – Ντάνα Ζατόπκοβα (πριν και μετά)

Εμίλ Ζάτοπεκ

Ο Χάρης Λυμπερόπουλος, ανταποκριτής της «Αθηναΐκής» (δεύτερος από αριστερά) με Ολυμπιανίκες αθλητές στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Ελσνίνκι (1952)