Ταξίδι μνήμης στα νησιά της εξορίας: Η απόδραση από τη Γαύδο

Τόποι καλοκαιρινών διακοπών για πολλούς, στα προηγούμενα τουλάχιστον χρόνια. Όμορφα νησιά, νησιά με ιστορία. Γαύδος, Φολέγανδρος, Ίος, Ανάφη. Τόποι εξορίας  κομμουνιστών σε άλλες εποχές.

Καλοκαίρι καθώς είναι, είπαμε να κάνουμε μια ‘ιστορική κρουαζιέρα’, ένα ταξίδι μνήμης σε σημερινούς τουριστικούς προορισμούς. Προορισμούς άλλου είδους ‘τουρισμού’ σε παλιότερες εποχές.

Σήμερα αποτελούν τόπους ‘απόδρασης’, όπως λέγονται οι διακοπές. Άλλοτε η απόδραση είχε την αντίστροφη πορεία –και χωρίς εισαγωγικά. Περιλάμβανε μάλιστα και …ιστιοπλοΐα, όπως θα δούμε.

-Ήδη ο σύντροφος Γ.Γ. έκανε μια ανάρτηση για το Δημοκρατικό Στρατό στο νησί του, τη Μυτιλήνη.

-Στη σημερινή μας ανάρτηση –θα ακολουθήσουν και άλλες- θα θυμηθούμε την ιστορία τηςαπόδρασης μιας ομάδας κομμουνιστών από τη Γαύδο. Ανάμεσά τους τα στελέχη του κομμουνιστικού κινήματος: Πολύδωρος Δανιηλίδης, Μάρκος Βαφειάδης, Δημήτρης Βλαντάς, Λεωνίδας Στρίγκος κ.ά.

Από το βιβλίο του Κώστα Γκριτζώνα: «Κόκκινοι Δραπέτες, 1920-1944 –Οι κομμουνιστές της ηρωικής εποχής κι οι θρυλικές αποδράσεις τους», εκδόσεις Γλάρος, 1985 αντιγράφουμε το κεφάλαιο που αναφέρεται σ’ αυτήν ακριβώς την απόδραση. Στην επόμενή μας ανάρτηση θα δούμε τη συνέχεια της πορείας που είχαν οι δραπέτες στην Κρήτη.

Από το ίδιο βιβλίο είχαμε παρουσιάσει σε προηγούμενη ανάρτηση («Κόκκινοι Δραπέτες»: Ο Θανάσης Κλάρας βοηθάει τον Ν. Ζαχαριάδη να αποδράσει από την Παλιά Στρατώνα) την απόδραση του Νίκου Ζαχαριάδη από τις φυλακές της Παλιάς Στρατώνας, το 1929, με την καθοριστική συμβολή του Θανάση Κλάρα, του μετέπειτα θρυλικού πρωτοκαπετάνιου του ΕΛΑΣ Άρη Βελουχιώτη. Και αυτός άλλωστε είχε εξοριστεί παλιότερα στη Γαύδο.

………………………………………………………………………………………

Η απόδραση από τη Γαύδο

Η Γαύδος, το νησί της Καλυψώς – όπως το θέλει η ελληνική μυθολογία – είναι η νοτιότερη περιοχή της Ελλάδας αλλά και της Ευρώπης.

Στην περίοδο της Μεταξικής δικτατορίας αλλά και αργότερα, το 1946-47, η Γαύδος ήταν τόπος εξορίας των πολιτικών κρατουμένων.

Πάνω στη Γαύδο, στο Καστρί και το Σαρακινικό, υπάρχουν ακόμα τα σπίτια-κοινόβια που έχτισαν οι πολιτικοί εξόριστοι, ανάμεσα στους οποίους ήταν και ο Άρης Βελουχιώτης.

Λίγες μέρες πριν την εισβολή των Ιταλών στην Ελλάδα, στις 17 Οκτώβρη 1940, μεταφέρθηκαν στο νησί Γαύδος για πειθαρχική ποινή οι κομμουνιστές Λεωνίδας Στρίγκος, Μήτσος Βλαντάς, Μάρκος Βαφειάδης, Πολύδωρος Δανιηλίδης, Κώστας Παπαγιάννης, Γιώργος Κοντοκώστας και Χρήστος Γκουζέλος -τον τελευταίο για κάποιο «παράπτωμα» ο αστυνόμος τον έδειρε μαζί και με άλλα στελέχη της ομάδας και τους έκλεισε επί ένα περίπου μήνα στα κρατητήρια σε αυστηρή απομόνωση απ” τους άλλους συνεξορίστους τους.

Τη νύχτα της 29-30 του Μάη 1941 απέδρασαν απ” το νησί οι Λ. Στρίγκος, Μήτσος Βλαντάς, Μάρκος Βαφειάδης, Πολύδωρος Δανιηλίδης, ο Μιχάλης Κλιάνης, ο Γιώργος Κοντοκώτσος και ο Γιάννης Λαθουράς.

Όλοι αυτοί πήραν μέρος στο κίνημα αντίστασης της Κρήτης ως τον Οκτώβρη, οπότε πέρασαν στην ηπειρωτική Ελλάδα για να συνεχίσουν την αγωνιστική τους δράση κατά του κατακτητή.

Για την περιπέτεια της απόδρασης από τη Γαύδο αφηγείται σε γραπτό του κείμενο ο Μ. Βλαντάς. Την ενδιαφέρουσα αυτή αφήγηση μεταφέρω στον αναγνώστη αυτού του βιβλίου:

«…Πρέπει να σημειώσω ότι από το Μάρτη του 1941, είχαμε αρχίσει να μελετάμε τη δραπέτευσή μας. Το πιο δυσκολόλυτο πρόβλημα ήταν ότι στη Γαύδο δεν υπήρχε ούτε βάρκα. Αποφασίσαμε να φτιάσουμε ένα πλεούμενο, κάτι σαν σχεδία, με απόλυτη συνωμοτικότητα. Αυτή η προετοιμασία ήταν πολύ δύσκολη κι επικίνδυνη και προχωρούσε απελπιστικά αργά. Η βάρκα, που ανάφερα, μας έλυσε το πρόβλημα.

Στο Σαρακήνικο βρήκαμε τη βάρκα, αλλά χωρίς κουπιά. Καταλάβαμε πως τα είχαν κρύψει για να μην τους την κλέψουν. Ανασκαλέψαμε την αμμουδιά, σε μεγάλη έχταση, μα δεν βρήκαμε τα κουπιά. Μετά αρχίσαμε την έρευνα στην πλαγιά και τα βρήκαμε κρυμμένα μέσα στους θάμνους. Στο μεταξύ, είχαν περάσει τα μεσάνυχτα.

Η βάρκα είχε τρία κουπιά. Κόψαμε ένα ξύλο για κατάρτι, για να σηκώσουμε το πανί, όταν ο καιρός θα το επέτρεπε, και μ” αυτό τον τρόπο να επιταχύνουμε την πορεία μας. Ρίξαμε τη βάρκα στο νερό και μπήκαμε εφτά άτομα. Εγώ, ο Λεωνίδας Στρίγκος, ο Μάρκος Βαφειάδης, ο Πολύδωρος Δανιηλίδης, ο Μιχάλης Κλιάνης, ο Γιώργος Κοντοκώτσος, και ο Γιάννης Λαθουράς.

Η θάλασσα ήταν ήσυχη, γι” αυτό δουλεύαμε μόνο τα κουπιά. Επειδή ήταν πια αδύνατο να φτάσουμε στην Κρήτη πριν να ξημερώσει, λοξοδρομήσαμε και αράξαμε στο κοντινό ακατοίκητο νησάκι Γαυδοπούλα. Οδηγήσαμε τη βάρκα σε μια χούνη και την τραβήξαμε στο έδαφος, γιατί υπήρχε κίνδυνος να τη σπάσει στα βράχια η αναπόφευκτη τρικυμία. Πολλές φορές είχαμε παρατηρήσει ότι ο καιρός άλλαζε κατά τη διάρκεια της μέρας.

Στη Γαυδοπούλα μείναμε όλη μέρα. Η δίψα μας έκαιγε το λαιμό. Ο σύντροφος που είχε αναλάβει την προμήθεια του νερού, γέμισε ένα γκαζοντενεκέ που είχε ακόμα πετρέλαιο. Έτσι ήταν αδύνατο να πιούμε αυτό το νερό. Αρχίσαμε έρευνα στο νησάκι, αλλά νερό δεν βρήκαμε. Στην Κρήτη έμαθα ότι στη Γαυδοπούλα υπάρχει κάπου νερό. Γυρεύοντας νερό, βρήκαμε ένα κατσικάκι το σφάξαμε και το φάγαμε. Η Γαυδοπούλα είναι ιδιοχτησία κάποιου Τσιριντάνη από την επαρχία Σελίνου Κρήτης, και τη χρησιμοποιούσε σα χειμαδιό το χειμώνα για τα γιδοπρόβατά του.

Όλη τη μέρα περιπολούσαν τη θάλασσα χιτλερικά αεροπλάνα. Αυτά κυνηγούσαν τα καϊκάκια και τις βάρκες, που μετέφεραν από την Κρήτη στην Αίγυπτο τα διαλυμένα αυστραλιανά και νεοζηλανδικά στρατεύματα. Αρα, υπήρχε κίνδυνος να μας βουλιάξουν αυτά τα αεροπλάνα, αν δεν προφθαίναμε να περάσουμε στην Κρήτη σε μια νύχτα. Η απόσταση Γαύδος-Κρήτη είναι περίπου 25 μίλια.

Κατά το ηλιοβασίλεμα, ρίξαμε τη βάρκα στη θάλασσα. Η θάλασσα ήταν αρκετά ταραγμένη. Με δυσκολία απομακρυνθήκαμε από τα βράχια. Όσο προχωρούσαμε προς την Κρήτη, η τρικυμία δυνάμωνε, τα κύματα χτυπούσαν τα πλευρά της βάρκας. Υπήρχε κίνδυνος να την αναποδογυρίσουν και να πάμε όλοι στον πάτο της θάλασσας. Τιμόνι δεν υπήρχε στη βάρκα και γι” αυτό ήταν δυσκολοκουμαντάριστη.

Ο κίνδυνος να βουλιάξουμε προκάλεσε διαφωνίες σ” εκείνους που παράσταιναν τους θαλασσόλυκους. Ο Βαφειάδης και ο Δανιηλίδης απαιτούσαν να αλλάξουμε πορεία, για να έχουμε την τρικυμία στην πρύμνη της βάρκας. Μα έτσι θ” απομακρυνόμασταν αντί να πλησιάζουμε στην Κρήτη. Ο Στρίγκος επέμενε (και πολύ σωστά) να τραβήξουμε την πορεία μας, μια που η φουρτούνα δεν ήταν και τόσο μεγάλη για ν” αναποδογυρίσει η βάρκα.

Ευτυχώς, η ναυτίαση έβαλε γρήγορα τέρμα στις διαφωνίες μας. Εχτός από μένα και τον Στρίγκο, όλοι οι άλλοι είχαν ξαπλώσει και ξερνούσαν. Μια που οι δυο μας συμφωνούσαμε για την πορεία μας, αρπάξαμε τα κουπιά. Αποδείχτηκε πραχτικά πως δεν υπήρχε πραγματικός κίνδυνος να βουλιάξουμε. Όταν νύχτωσε, η θάλασσα ησύχασε. Δέσαμε στο κατάρτι ένα σεντόνι για πανί, αλλά λίγο μας βοήθησε. Τραβούσαμε κουπί μ” όλη τη δύναμή μας. Η αλύγιστη επιμονή να φτάσουμε στην Κρήτη πριν να ξημερώσει, μας έκανε να μη νιώθουμε την κούραση. Η πραγματική δυσκολία ήταν η δίψα που μας έκαιγε το λαιμό. Στη διάρκεια της νύχτας αποπειραθήκαμε να σηκώσουμε τους άλλους για να μας βοηθήσουν. Παρόλο που η θάλασσα ήταν ήσυχη, η ναυτίαση τους είχε μεταβάλει σε πτώματα. Ποτέ δεν έπαθα ναυτίαση. Έχω την γνώμη ότι αυτή προκαλείται από δειλία. Βέβαια, οι σύντροφοι δεν ήταν δειλοί. Αυτό το απόδειξαν πολλές φορές στις δοκιμασίες που πέρασαν σε μια μακρόχρονη παράνομη ζωή και στα νύχια της ασφάλειας. Ο κίνδυνος στη θάλασσα είναι πολύ διαφορετικός απ” όλους τους άλλους κινδύνους.

Η πορεία μας ήταν προς το χωριό Χώρα Σφακιών, αλλά πολύ πιο ανατολικά. Μια και ήταν ξαστεριά, βλέπαμε τον όγκο των Λευκών Βουνών κι έτσι προσανατολιζόμασταν. Τραβούσαμε αδιάκοπα κουπί, αλλά δεν φαίνονταν να πλησιάζουμε την ακτή. Δεν κουβεντιάζαμε, γιατί έτσι θα μεγαλώναμε τη δίψα μας. Καθένας είχε βυθιστεί στις δικές του σκέψεις. Στην πραγματικότητα, κι εγώ και ο Στρίγκος ένα πράγμα σκεφτόμασταν. Αραγε, θα φτάσουμε στην αχτή της Κρήτης πριν να ξημερώσει; Και αν δεν φτάσουμε, τι θα γίνει τη μέρα μ” ενδεχόμενη τρικυμία και με το κυνηγητό των χιτλερικών αεροπλάνων;

Ο Στρίγκος τραβούσε κουπί καθιστός, εγώ όρθιος. Στεκόμουνα σα να με είχαν καρφώσει στη βάρκα. Συχνά κλωτσούσαμε εκείνους που ήταν ξαπλωμένοι στον πάτο της βάρκας για να σηκωθούν να μας βοηθήσουν. Μάταια. Από την κούραση αισθανόμουνα σουβλιές στη ραχοκοκαλιά και ιδιαίτερα ανάμεσα στις ωμοπλάτες. Η λαχτάρα να φτάσουμε στην ακτή, μας έδινε δυνάμεις. Έπρεπε να φτάσουμε πριν να ξημερώσει. Ακριβώς γι” αυτό ξανά και ξανά επιστρατεύαμε τις δυνάμεις μας. Μα για δυο ανθρώπους και μάλιστα διψασμένους, ήταν αδύνατο σε μια μαγιάτικη νύχτα να περάσουν κωπηλατώντας 25 μίλια, με φορτίο πέντε ανθρώπους που ξαπλωμένοι στη βάρκα την έκαναν δυσκολοκίνητη. Έτσι, ξημερωθήκαμε περίπου τρία μίλια μακριά από την παραλία.

Ο ήλιος άρχισε να ροδίζει στις κορυφές του Ψηλορείτη. Μαζί με τον ήλιο φάνηκαν στον ορίζοντα σύννεφα, σημάδι πως από βορειοανατολικά θ” άρχιζε να φυσάει αγέρας. Αρχίσαμε να στριγκλίζουμε και να κλωτσάμε εκείνους που ήταν ξαπλωμένοι για να μας βοηθήσουν. Εκείνοι μόλις άκουσαν τη θλιβερή είδηση για τρικυμία, αποναυτιάστηκαν. Σε λίγο άρχισε να φυσάει δυνατός αέρας, η θάλασσα φούσκωσε. Εμείς σα λυσσασμένοι τραβούσαμε κουπί πάνω στην πορεία μας. Τα κύματα μεγάλωναν και γι” αυτό η βάρκα υποχωρούσε, αντί να πηγαίνει προς τα μπρος. Τα κύματα έγιναν θεόρατα. Τη μια η βάρκα βρίσκονταν στην κορυφή τους, την άλλη μέσα σε μια λαγκαδιά, ανάμεσα σε δυο κύματα. Μέσα σ” αυτή, είχαμε το αίσθημα πως θα μας κλείσουν οι δυο κορυφές των κυμάτων, σαν συμπληγάδες πέτρες, για να μας θάψουν μέσα στη χαράδρα που σχημάτιζαν.

Σ” αυτή τη στιγμή του πιο μεγάλου κινδύνου, μου είπε ο Στρίγκος. «Αδύνατο να προχωρήσουμε. Αν επιμείνουμε να τραβάμε κουπί πάνω στην πορεία μας, αναπόφευκτα θα πνιγούμε. Δώσε μου το κουπί σου. Θα προσπαθήσω να γυρίσω τη βάρκα, για να μας χτυπάει η τρικυμία στην πρύμνη». Αυτό το γύρισμα, ήταν η στιγμή του πιο θανάσιμου κινδύνου. Λίγο στο πλάγι να μας χτυπούσε το κύμα, θ” αναποδογυρίζονταν η βάρκα. Με πραγματική μαεστρία, ο Στρίγκος έστριψε αστραπιαία τη βάρκα, στην κορυφή ενός θεόρατου κύματος.

Τα κύματα μας χτυπούσαν στην πρύμνη της βάρκας, και μας έσπρωχναν προς νοτιοδυτική κατεύθυνση με μεγάλη ταχύτητα. Χρειάζονταν εξαιρετική προσοχή, για να κρατάμε με τα κουπιά την πορεία της βάρκας στην κατεύθυνση της τρικυμίας. Η ελάχιστη παρέκκλιση θα μας έστελνε στον πάτο της θάλασσας.

Μετά τη στροφή της βάρκας, ο Στρίγκος μου είπε: «Εγώ απόκανα. Δεν μπορώ άλλο. Πάρε και τα δυο κουπιά και πρόσεχε να κρατάς σταθερά την πορεία της βάρκας στην κατεύθυνση της τρικυμίας». Έπεσε πάνω στους άλλους και κοιμήθηκε. Έτσι έμεινα μόνος και όρθιος στη βάρκα, με τα δυο κουπιά στα χέρια, με πλήρη ένταση της προσοχής και της δύναμής μου. Κρατούσα σταθερά την πορεία της βάρκας. Μόνο αυτή την πορεία σκεφτόμουνα και ήταν αδύνατο να σκέφτομαι κάτι άλλο. Η τρικυμία λυσσομανούσε, αλλά η καρυδότσουφλά μας συνέχιζε την πορεία της προς την Αίγυπτο. Από την υπερένταση, είχα ξεχάσει ακόμα και τη φοβερή δίψα μου. Η ταχύτητα της βάρκας ήταν τέτοια, που σε τρεις ώρες πέρασε την απόσταση που είχαμε περάσει σε μια νύχτα. Όταν πλησίαζε η βάρκα, ανάμεσα Γαύδος-Γαυδοπούλας, ο καιρός άλλαξε και η τρικυμία άρχισε να κοπάζει. Ο κίνδυνος να πνιγούμε πέρασε. Η δίψα άρχισε να γίνεται ανυπόφορη, μόλις ξεφύγαμε από τον κίνδυνο της τρικυμίας. Να στρίψω την βάρκα προς τη Γαύδο; Αυτή η σκέψη με αναστάτωνε. Τις σκέψεις τι θα γίνονταν παραπέρα, τις διέκοψε ο θόρυβος μοτέρ αεροπλάνων. Έστρεψα το κεφάλι μου προς την Κρήτη και είδα τρία αεροπλάνα να ξεπροβάλλουν από τις κορυφές των Λευκών Βουνών.

Ξύπνησα τον Στρίγκο και γυρίσαμε τη βάρκα προς την κατεύθυνση της Κρήτης. Εγώ τραβούσα κουπιά και ο Στρίγκος κουνούσε το άσπρο σεντόνι, σαν φιλικό σημάδι. Τ” αεροπλάνα, το ένα πίσω από τ” άλλο, πέρασαν πολύ χαμηλά πάνω από τη βάρκα μας. Βλέπαμε τους αεροπόρους που μας κοίταζαν. Τ” αεροπλάνα έκαναν στροφή και ξαναπέρασαν από πάνω μας. Είμασταν πια σίγουροι πως θα μας βούλιαζαν με ριπές πολυβόλου, είτε με μια μικρή βόμβα. Ο φόβος μας ήταν βάσιμος, αλλά τα αεροπλάνα δεν μας χτύπησαν. Μια που είδαν πολίτες μέσα στη βάρκα και με κατεύθυνση προς την Κρήτη, μας πέρασαν για χωριάτες της Γαύδου. Μα αν θα “ρχονταν άλλο σμήνος χιτλερικών αεροπλάνων; Ευτυχώς δεν είχαμε άλλη τέτοια επίσκεψη.

Εμείς συνεχίσαμε την πορεία μας προς την Κρήτη, εξαντλημένοι. Οι πέντε δεν σηκώθηκαν να μας βοηθήσουν. Μια που ο αγέρας μας βοηθούσε, δέσαμε το σεντόνι στο κατάρτι. Η βάρκα συνέχισε την πορεία της και εμείς λίγο ξεκουραστήκαμε. Δυστυχώς, μετά μια ώρα δεν φυσούσε καθόλου αέρας και ξαναπιάσαμε τα κουπιά. Τ” απόγεμα, πάλι φουσκοθαλασσιά από τα πλάγιά μας, πάλι νέος κίνδυνος περιπετειών. Και δεν είχαμε παρά ελάχιστες δυνάμεις, που τις επιστρατεύσαμε με πολύ μεγάλη προσπάθεια. Με τον ερχομό της νύχτας, ο αγέρας έπεσε, και η θάλασσα ησύχασε. Εγώ και ο Στρίγκος κωπηλατούσαμε, σε κατάσταση εξάντλησης. Το στόμα μας είχε ξεραθεί από τη δίψα και δεν μπορούσαμε ν” αρθρώσουμε ούτε μια λέξη. Το μόνο ερώτημα που σφυροκοπούσε το μυαλό μας ήταν: άραγε, θα πιάσουμε την παραλία πριν να ξημερώσει; Η βάρκα προχωρούσε απελπιστικά αργά.

Άρχισε να χαράζει, ενώ είμασταν μακριά από την αχτή, σχεδόν δυο μίλια. Υπήρχε άμεσος κίνδυνος να επαναληφθούν οι χθεσινές περιπέτειες. Αρχίσαμε τις κλωτσιές σε κείνους που έμεναν ξαπλωμένοι, και με άναρθρες κραυγές και χειρονομίες τους δώσαμε να καταλάβουν πως αν δεν σηκώνονταν να πιάσουν τα κουπιά, σίγουρα θα χανόμασταν. Επιτέλους σηκώθηκαν. Όταν είδαν πως ήμασταν κοντά στην παραλία, ρίχτηκαν στα κουπιά κι έτσι τέλειωσαν οι περιπέτειες και οι κίνδυνοι στη θάλασσα.

Η αχτή ήταν βραχώδικη. Συνηθισμένος ορθός στη βάρκα που διαρκώς ανεβοκατέβαινε στα μεγάλα είτε μικρά κύματα, μόλις πάτησα σε μια πέτρα έπεσα στη θάλασσα, γιατί μου φάνηκε πως ο βράχος ανεβοκατέβαινε. Δέσαμε τα κουπιά μέσα στη βάρκα, ανοίξαμε την τρύπα που βρίσκεται στον πάτο της βάρκας για να γεμίσει νερό και να βουλιάξει, και την σπρώξαμε προς την κατεύθυνση της Γαύδου. Όπως μάθαμε κατόπι, η βάρκα δεν βούλιαξε. Τα κύματα την παρέσυραν στη Γαύδο.

Απομακρυνθήκαμε από την αχτή κατάκοποι. Κάτω από το χωριό Σκαλωτή, μέσα σε μια ρεματιά, βρήκαμε κατακάθαρο τρεχούμενο νερό. Αρχίσαμε να πίνουμε, να πίνουμε, ώσπου όλοι ξερνάγαμε νερά. Μετά πέσαμε και κοιμηθήκαμε ως τις τρεις το μεσημέρι.

Όταν ξυπνήσαμε, άρχισε να μας βασανίζει η πείνα. Σκεφτήκαμε να πάω στο χωριό Σκαλωτή να ζητήσω τρόφιμα, αλλά μια που δεν ξέραμε ως πού είχαν φτάσει οι Γερμανοί, καταλήξαμε να μην πάω στο χωριό. Έπρεπε να πάρουμε πληροφορίες από κάποιον χωριάτη που οπωσδήποτε θα συναντούσαμε. Πριν να μπούμε σε πορεία, πλάσαμε μια ιστορία που θα την επαναλαβαίναμε σε όποιους χωριάτες θα συναντούσαμε. Είμασταν φαντάροι και αξιωματικοί ενός τμήματος που διαλύθηκε ύστερα από μάχη με Γερμανούς. Βρήκαμε πολιτικά ρούχα για να είναι λιγότερο επικίνδυνη η πορεία μας. Καταγόμασταν από την ηπειρωτική Ελλάδα και θα προσπαθήσουμε να επιστρέψουμε στις οικογένειες μας. Αυτή την ιστορία διηγούμασταν, σε όποιον συναντούσαμε κατά την πορεία μας.

Φύγαμε από την χαραδρούλα με την ελπίδα ότι κάπου θα συναντούσαμε χωριάτες για να μας δώσουν ψωμί. Μετά από μισή ώρα συναντήσαμε θεριστάδες. Άκουσαν την ιστορία μας κλαίγοντας. Μας έδωσαν ψωμί και τυρί. Αποχαιρετήσαμε αυτούς τους καλούς ανθρώπους και συνεχίσαμε την πορεία μας. Κοιμηθήκαμε σ” ένα ύψωμα όλη τη νύχτα. Το πρωί συζητήσαμε το σχέδιο της δράσης μας στην Κρήτη.

 

πηγή www.aragma.gr